καταλήγω


καταλήγω
[каталиго] р. (μτβ.) кончать, заканчивать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καταλήγω" в других словарях:

  • καταλήγω — καταλήγω, κατέληξα βλ. πίν. 21 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καταλήγω — (AM καταλήγω) 1. τελειώνω σε κάποιο σημείο, φθάνω, απολήγω 2. τερματίζω, παύω νεοελλ. 1. μτφ. αποβαίνω, περιέρχομαι σε μια κατάσταση, καταντώ 2. φθάνω σε συμπέρασμα 3. (το γ εν. πρόσ. αορ. ως απρόσ.) κατέληξε να το αποτέλεσμα ήταν να...… …   Dictionary of Greek

  • καταλήγω — κατάληξα και κατέληξα, παύω, τελειώνω, φτάνω στο τέρμα: Δεν ξέρω πού θα καταλήξει αυτό το θέμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταλήγετε — καταλήγω leave off pres imperat act 2nd pl καταλήγω leave off pres ind act 2nd pl καταλήγω leave off imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλήγῃ — καταλήγω leave off pres subj mp 2nd sg καταλήγω leave off pres ind mp 2nd sg καταλήγω leave off pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλήξουσι — καταλήγω leave off aor subj act 3rd pl (epic) καταλήγω leave off fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) καταλήγω leave off fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλήξουσιν — καταλήγω leave off aor subj act 3rd pl (epic) καταλήγω leave off fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) καταλήγω leave off fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλήξω — καταλήγω leave off aor subj act 1st sg καταλήγω leave off fut ind act 1st sg καταλήγω leave off aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταληγόντων — καταλήγω leave off pres part act masc/neut gen pl καταλήγω leave off pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταληξάντων — καταλήγω leave off aor part act masc/neut gen pl καταλήγω leave off aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)